jump to navigation

Dishonored 2 Νοεμβρίου 24, 2016

Posted by Lida in Games.
add a comment

Ωραίον πράγμα αυτό το black friday, δίνει την ευκαιρία σε εμάς τους παιχνιδάδες να μαζέψουμε με μια κίνηση όσα παιχνίδια μας ξέφυγαν όλη τη χρόνια (γιατί όταν οι κουτόφραγκοι λένε εκπτώσεις το εννοούνε). Μαζί με κάτι DOOMDeus Ex : Mankind devided, Undertale, X-COM 2 έβαλα και το Dishonored 2 στο καλάθι (δεν κάνω πια σχεδόν ποτέ peorder, περιμένω πρώτα τα reviews και μετά αγοράζω). Από ότι φαίνεται πρόκειται για εξαιρετικό παιχνίδι, άλλωστε η Arkane Studios είναι εγγύηση (το Dishonored 1 ήταν αριστούργημα).  Όπως και με το πρώτο Dishonored θα κάνω αρχικά ένα αλα “Ήρεμη Δύναμη“ πέρασμα με 100% stealth /zero kills/ low chaos. Μετά θα ακολουθήσει ενα high chaos walkthrough όπου θα αφήσω πίσω μου συντρίμμια, αρρωστημένους, αγρίμια και ένα ατέλειωτο σφαγείο όπως κάθε καλός οπαδός του δόγματος “Πουτ@να ολα“. Γιατί; Γιατί έτσι μου αρέσει. Άλλωστε και τα δύο modus operandi ειναι απολαυστικά το καθένα με τον τρόπο του.

In any case, αν σας αρέσουν παιχνίδια με victorian steampunk, προδοσίες, πόλεις που βουλιάζουν στην παρακμή,  εγκαταλειμμένα κτηρία γεμάτα με πτωματοφάγα έντομα έτοιμα να σας πετσοκόψουν σαν μικρά ιπτάμενα πιράνχας,  μηχανικούς στρατιωτες, “γκρίζες“ ηθικές επιλογές, αυταρχικές θρησκευτικές αιρέσεις, διαμελισμούς, αποκεφαλισμούς και υπερφυσικές οντότητες που χειραγωγούν την ανθρώπινη μοιρα για την προσωπική τους διασκέδαση τότε το Dishonored 2 είναι ο’ τι καλύτερο για αυτά τα Χριστούγεννα

Fear of the Unknown Οκτωβρίου 30, 2016

Posted by Lida in Halloween.
add a comment

The oldest and strongest emotion of mankind is fear,

and the oldest and strongest kind of fear is fear of the unknown. 
H. P. Lovecraft

Το Halloween μας έφτασε εμπρός με βήμα ταχύ να το προϋπαντήσουμε παιδιά με Ph’nglui mglw’nafh Cthulhu R’lyeh wgah’nagl fhtagn .Φέτος θα το ρίξουμε στα σκληρά γιαυτό και ο μαραθώνιος τρόμου είναι αφιερωμένος σε ταινίες εμπνευσμένες από το έργο του μεγιστοτιτανοτεράστιου H. P. Lovecraft.

lovecraft

Θ Α   Σ Ε Β Ε Σ Τ Ε

Η σχέση του Lovecraft με τον κινηματογράφο είναι πολύ περίεργη.  Σχεδόν όλες οι ταινίες που προσπάθησαν να δραματοποιησουν αυτούσιες τις ιστορίες του απέτυχαν παταγωδώς καλλιτεχνικά και εμπορικά. Αντίθετα μερικές από τις διασημότερες και καλύτερες ταινίες τρόμου είναι βασισμένες πάνω σε αυτό που λέμε Lovecraftian horror.  Οι τέσσερις που διάλεξα για φέτος ανήκουν στη δεύτερη κατηγορία

Warning: Ακολουθεί κείμενο τεραστίων διαστάσεων γεμάτο χοντρά spoilers οπότε αν βαριέστε τα ατελείωτα σεντόνια η απλά σκοπεύετε να δείτε κάποια από αυτές τις ταινίες στο μέλλον καλύτερα να μην συνεχίσετε το διάβασμα

The Thing

Man is the warmest place to hide

Μια επιστημονική βάση στην Ανταρκτική βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα εξωγήινο πλάσμα που μπορεί να μολύνει και σταδιακά να “απορροφήσει” και να μιμηθεί τέλεια οποιοδήποτε ζωντανό οργανισμό έρθει σε επαφή μαζί του. Τα 12 μέλη της βάσης πρέπει να ανακαλύψουν ποιοι από την ομάδα τους έχουν μολυνθεί και να τους εμποδίσουν πάση θυσία να διαφύγουν στον έξω κόσμο.

Ίσως η πιο πετυχημένη καλλιτεχνικά από τις τέσσερις και μια από της 10 πιο αγαπημένες μου ταινίες. Η υπόθεση του  ακολουθεί πιστά τη νουβέλα “Who goes there?” του John W. Campbell και θυμίζει περισσότερο το “And then there where none” της Agatha Christie παρα μια κλασική ιστορία τρόμου (κάποια στιγμή πρέπει να γράψω δυο λόγια για την θεία Agatha που οι κουλτουρομπετόστοκοι την κατατάσσουν στο “ελαφρύ” ρεπερτόριο. Ελαφριά είναι η κούνια που σας κούναγε γατάκια).

Όμως παρόλο που η δομή της δεν θυμίζει τις ιστορίες του Lovecraft η ατμόσφαιρα, το ύφος και σχεδόν όλα τα άλλα στοιχεία που την αποτελούν είναι καθαρά Lovecraftικα. Αυτό οφείλετε στο γεγονός ότι το Who goes there? είναι εμπνευσμένο από το έργο του Lovecraft και πιο συγκεκριμένα από το “At the Mountains of Madness”. Και τα δύο έχουν στην βάση της ιστορίας τους την παγωμένη Ανταρκτική, εξωγήινους οργανισμούς που είναι θαμμένοι για αμέτρητα χρόνια μέσα στο χιόνι και μια επιστημονική ομάδα που αρχίζει να εξοντώνεται και σταδιακά να βυθίζεται στην τρέλα και την παράνοια. Ακόμη και το τέρας του The Thing, που είναι ίσως η καλύτερη μεταφορά ενός lovecraftικου τέρατος στην μεγάλη οθόνη, θυμίζει αμυδρά τα Shoggoths από το At the Mountains of Madness. Μιας και ανέφερα το τέρας ας βάλω και εδώ τη γνωστή σκηνή, έτσι για να μην έχετε κενά.

Πέρα από αυτά τα επιφανειακά στοιχεία το πιο lovecraftικο κομμάτι της ταινίας είναι η ίδια η υπόθεση. Σε αντίθεση με τις περισσότερες ταινίες επιστημονικής φαντασίας που οι εξωγήινοι είτε είναι εχθρικοί είτε φιλικοί απέναντι στο ανθρώπινο είδος (θέλουν είτε να μας καταστρέψουν είτε να μας “κατανοήσουν”) τo πλάσμα δεν δίνει δεκάρα για εμάς. Θέλει απλά να επιβιώσει και να αναπαραχθεί. Η αναπόφευκτη εξόντωση κάθε άλλης μορφής ζωής στη γη που θα συμβεί αν πετύχει τον σκοπό του είναι η απλή παρενέργεια μιας φυσικής διαδικασίας. Αυτός ο μηδενισμός μαζί με το αμφίβολο τέλος της ταινίας (αφήνει νύξεις πως ένας από τους επιζώντες είναι μολυσμένος) είναι από τους κύριους λόγους που η ταινία απέτυχε εμπορικά όταν πρωτοβγήκε. Και το γεγονός ότι συνέπεσε με το φιλικό και γλυκούλη E.T. the Extra-Terrestrial δεν την βοήθησε ιδιαίτερα. Σήμερα βέβαια, 34 χρόνια μετά από την πρώτη προβολή τους, το E.T. δεν το θυμάται πια ούτε ο Spielberg ενώ αντίθετα το The Thing έχει αποκτήσει μεγάλο cult following και δεν λείπει ποτέ από τα φεστιβάλ και τις ρετροσπεκτίβες του φανταστικού κινηματογράφου

Evil Dead

Join us…

Μια παρέα που αποτελείται από 2 αγόρια και 3 κορίτσια φτάνουν σε μια απομονωμένη καλύβα στο δάσος για να περάσουν τις διακοπές τους. Στο κελάρι της καλύβας βρίσκουν ένα παράξενο βιβλίο και ένα μαγνητόφωνο που περιέχει την απαγγελία των περιεχομένων του βιβλίου από τον προηγούμενο κάτοικο της καλύβας. Η παρέα βαζεί απο περιέργια το μαγνητόφωνο να παίξει απελευθερώνοντας έτσι μια δαιμονική οντότητα που αρχίζει να τους καταλαμβάνει έναν έναν

Η πιο ερασιτεχνική και ταυτόχρονα η πιο σημαντική ιστορικά από τις τέσσερις ταινίες του αφιερώματος.  Γυρίστηκε με συνολικό budget 90.000 δολ. από ένα ερασιτέχνη ηθοποιό (Bruce Cambell) και ένα φοιτητή της αγγλικής λογοτεχνίας (Sam Raimi). Ο Raimi, ο Cambell και ο Tom Sullivan που έκανε τα ειδικά εφέ περάσαν ένα απίστευτο Γολγοθά μέχρι να ολοκληρώσουν το έργο τους αλλά κατάφεραν να δημιουργήσουν ένα μικρο διαμαντάκι. ‘Οπου προβλήθηκε έλαβε διθυραμβικές κριτικές , κέρδισε κάπου 2,4 εκατ. δολάρια στο box office και έχει μπεί πια στο πάνθεον των σημαντικότερων ταινιών τρόμου στην ιστορία.

Ωραία όλα αυτά θα μου πείτε αλλά ο Lovecaft που κολλάει; Πρώτα από όλα το παράξενο βιβλίο δεν είναι άλλο από το διασημότερο (μετά τον Cthulhu) δημιούργημα  του Lovecraft, το περίφημο Necronomikon. Πρόκειται για ένα φανταστικό βιβλίο που εμφανίζεται σε πολλές από τις ιστορίες του συγγραφέα. Περιέχει την ιστορία των “Μεγάλων Παλαιών” και τις τελετουργίες που απαιτούνται για να τους καλέσει κάποιος στην δίκη μας διάσταση. Ο Sam Raimi μελετούσε τα έργα του Lovecaft στο πανεπιστήμιο την εποχή που άρχισε να ετοιμάζει την ταινία και είχε εντυπωσιαστεί από το Necronomikon. Αλλά πέρα από αυτό το προφανές στοιχειό υπάρχει και η κλασική lovecraftικη ιδέα της πραγματικότητας που σταδιακά διαλύεται και κάνει τους ήρωες της ιστορίας να χάνουν τα λογικά τους. Περίπου απο τα μέσα της ταινίας και μετά δεν είμαστε σίγουροι αν αυτά που βλέπουμε όντως συμβαίνουν στον Ash (Bruce Cambell) η απλά παρακολουθούμε την ψυχολογική του κατάρρευση. Και φυσικά στο τέλος η υπερφυσική οντότητα αφού δώσει την εντύπωση στον Ash ότι μπορεί να ξεφύγει ορμάει καταπάνω του σβήνοντας έτσι και την τελευταία ελπίδα για λύτρωση που μπορεί να είχαν οι θεατές.

Παρ όλη την γενική αίσθηση ερασιτεχνισμού και φτήνιας που έχει η ταινία νομίζω ότι μπορεί να σταθεί ακόμη σήμερα. Τα ειδικά εφέ είναι λίγο αδύναμα, ιδίως το stop motion στο τέλος αλλά ακόμη και αυτή αδυναμία δεν αρκεί για να επισκιάσει το μέγεθος και την επιτυχία του εγχειρήματος .

Fun Fact: o Tom Sullivan είναι μεγάλος fan του Lovecaft και έχει δουλέψει σε παρα πολλά projects που έχουν σχέση με το έργο του συγγραφέα

Cabin in the Woods

Πέντε φίλοι φεύγουν για να περάσουν ένα σαββατοκύριακο σε ένα σπίτι στο δάσος. Όμως το σπίτι στη πραγματικότητα είναι εργαστήριο γεμάτο κάμερες και ηλεκτρονικά συστήματα τα όποια ελέγχει μια ομάδα ερευνητών που τους παρακολουθεί και που προσπαθεί να κατευθύνει τις κινήσεις τους.

Ίσως η πιο “ανάλαφρη” (αν μπορεί ποτέ να πει κανείς ανάλαφρη μια ταινία τρόμου) από τις τέσσερις. Καθώς εξελίσσεται η υπόθεση μαθαίνουμε πως το σπίτι είναι μια οργανωμένη παγίδα θανάτου και πως ο σκοπός όλης αυτή της περίεργης σκηνοθεσίας με τα 5 νεαρά θύματα είναι μια πανάρχαιη ανθρωποθυσία που πρέπει να γίνεται κάθε χρόνο για τον εξευμενισμό των “Μεγάλων Παλαιών”. Οι Παλαιοί απαιτούν η θυσία να εκτελείτε με βάση λεπτομερείς οδηγίες που με το πέρασμα των αιώνων γίνονται όλο και πιο περίπλοκες . Το ανθρώπινο είδος είναι για αυτούς μια ενόχληση και γίνεται ανεκτό μόνο όσο μπορεί να τους παρέχει διασκέδαση με τη μορφή στιλιζαρισμένης σαδιστικής βίας. Φυσικά όλα πάνε στραβά και η θυσία αποτυγχάνει μέσα σε πανδαιμόνιο όπου όλα τα κλισέ των ταινιών τρόμου ξεχύνονται με μιας πάνω στη οθόνη. Στο τέλος οι εξοργισμένοι Παλαιοί ξυπνάνε από το λήθαργο τους για να καταστρέψουν την ανθρωπότητα.

Το Cabin in the woods είναι μια σάτιρα που κουνάει κοροϊδευτικά το δάχτυλο στην βιομηχανία του κινηματογράφου αλλά και στο ίδιο το κοινό της. Παρόλο που το lovecraftικο στοιχείο αποτελεί τη βάση τις ιστορίας οι Joss Whedon and Drew Goddard το χρησιμοποιούν απλά σαν μια αλληγορία.  Οι Μεγάλοι Παλαιοί δεν είναι παρα το κοινό που τα τελευταία 20 χρόνια απαιτεί από την βιομηχανία του κινηματογράφου τα ίδια και τα ίδια κουρασμένα κλισέ επιβραβεύοντας τα στο box office ενώ ταυτόχρονα καταδικάζει στην αφάνεια κάθε πρωτότυπη ιδέα. Σαν αποτέλεσμα αυτής της καταναλωτικής συμπεριφοράς ο κινηματογράφος τρόμου είναι σήμερα ίσως το πιο χρεοκοπημένο δημιουργικά από όλα τα genre. Και αυτό γίνεται προφανές καθώς ο θεατής κυριολεκτικά χάνει το μέτρημα από τα δεκάδες εύκολα αναγνωρίσιμα στερεότυπα που παρελαύνουν μπροστά στα μάτια του κατά την διάρκεια της ταινίας. Άραγε πόσες φορές μπορεί να δει κάποιος ανακυκλωμένα όλα αυτά πριν πει “Αι Σιχτίρ” και παρατήσει τελείως το σπορ;

In the Mouth of Madness

Do you read Sutter Cane?

Ο John Trent (Sam Neill) ένας ερευνητής ασφαλιστικής εταιρείας αναλαμβάνει να να βρει τον διάσιμο συγγραφέα τρόμου Sutter Cane (Jürgen Prochnow) ο οποίος εξαφανίστηκε λίγο πριν παραδώσει στον εκδοτικό του οίκο το τελευταίο του βιβλίο

Πρόκειται για την τρίτη και τελευταία ταινία της Τριλογίας της Αποκάλυψης (The Thing, Prince of Darkness, Mouth of Madness) του Carpenter και η πιο lovecraftικη από τις τέσσερις ταινίες του αφιερώματος. Πραγματικά είναι σαν ο σεναριογράφος Michael De Luca να μάζεψε ένα ένα όλα τα κλασσικά στοιχεία του lovecraft horror και να τα έριξε μέσα στο σενάριο του. Το μόνο πραγματικά ξεχωριστό κομμάτι του In the Mouth of Madness που ξεφεύγει από το lovecraftικο  σύμπαν είναι o Sutter Cane. Ο χαρακτήρας του είναι βασισμένος Steven King και παίζει το ρόλο της πύλης μεταξύ της διάστασης των Μεγάλων Παλαιών και του δικού μας κόσμου. Όσο περισσότεροι διαβάζουν το έργο του τόσο η πραγματικότητα καταρρέει και αντικαθίσταται από περιεχόμενο των βιβλίων του.  Στο τέλος η μετάβαση είναι ολοκληρωτική και η ανθρωπότητα βυθίζεται μέσα στο χάος καθώς οι Μεγάλοι Παλαιοί εισβάλουν στο σύμπαν μας μέσω των αναγνωστών του Cane

Παρόλο που καλλιτεχνικά δεν ανήκει στην ίδια κατηγορία με το  The Thing (τα ειδικά εφέ και οι ερμηνείες είναι άνισες ενώ δεν καταφέρνει να αποδώσει μια πραγματικά lovecraftικη ατμόσφαιρα) το In the Mouth of Madness είναι μια εξαιρετική ταινία τρόμου (και είναι ίσως το τελευταίο αξιόλογο έργο του Carpenter). Αλλά πάνω από όλα είναι αυτό που λένε love letter to the fans. Οι αναφορές στο έργο του Lovecraft είναι αμέτρητες. Οι τίτλοι των βιβλίων του Cane είναι παραλλαγές στους τίτλους των ιστοριών του Lovecaft (Hobb’s End Horror = The Dunwich Horror κλπ). Ο εκδοτικός οίκος του Cane, Arcane Publishing είναι παραλλαγή στο όνομα Arkham House τον πρώτο εκδοτικό οίκο που τύπωσε σε βιβλίο τις ιστορίες του Lovecaft. To Hobb’s End, η παράξενη πόλη που ζει ο Cane είναι βασισμένη στις πόλεις Innsmouth απο το The Shadow over Innsmouth και στο Dunwich από το The Dunwich Horror. Το ξενοδοχείο που μένει ο Trent ονομάζεται Pickman και είναι αναφορά στο Pickman’s Model. Το ίδιο το όνομα της ταινίας που είναι παραλλαγή στο At the Mountains of Madness. Τα αποσπάσματα των βιβλίων που διαβάζει ο Trent περιέχουν αυτούσιες φράσεις από το έργο του Lovecaft. Και τέλος βασική ιδέα της ταινίας όπου οι ανθρώποι μετατρέπονται σε Μεγάλους Παλαιούς και ξεχύνονται στους δρόμους σε ένα ατέλειωτο όργιο βίας θυμίζει το γνωστό απόσπασμα από το Call of Cthulhu

… for then mankind would have become as the Great Old Ones; free and wild and beyond good and evil, with laws and morals thrown aside and all men shouting and killing and revelling in joy. Then the liberated Old Ones would teach them new ways to shout and kill and revel and enjoy themselves, and all the earth would flame with a holocaust of ecstasy and freedom.

Από αυτή την ταινία μου έχει μείνει πάντα χαραγμένη στην μνήμη η τελευταία σκηνή όπου ο John Trent έχοντας ανακαλύψει πως στην πραγματικότητα δεν είναι παρα ένας από τους χαρακτήρες από τα βιβλία του Cane παρακολουθεί σε ένα άδειο σινεμά τον εαυτό του στην ίδια ταινία που βλέπουμε και εμείς καθώς γύρω του ο πολιτισμός διαλύεται.

 Άσχετο

Έψαξα να βρω από περιέργεια αν υπάρχει ελληνική μετάφραση του Who goes there? του Campbell  και ω, τι έκπληξη δεν κατάφερα να βρω ούτε δείγμα (το Who goes there? είναι ένα από τα γνωστότερα διηγήματα επιστημονικής φαντασίας) . Δεν είναι η πρώτη φορά που συμβαίνει αυτό. Παλαιότερα προσπάθησα να βρω την ελληνική μετάφραση του There Will Come Soft Rains της Sara Teasdale αλλά ούτε και αυτό φαίνεται να υπάρχει μεταφρασμένο παρόλο που ανήκει στα σημαντικότερα ποιήματα του 20ου αιώνα. Έχω βρει μεταφράσεις του Lovecraft και άλλων κλασσικών συγγραφέων τρόμου αλλά δεν ξέρω αν υπάρχει στα ελληνικά όλο το έργο τους και ποια είναι η ποιότητα αυτών των μεταφράσεων. Πάντως αν ήταν στο χέρι μου θα φρόντιζα να υπάρχουν όσο το δυνατόν καλύτερες μεταφράσεις για όλα τα έργα των σημαντικότερων συγγραφέων του είδους μην σου πω πως θα τα μοίραζα και δωρεάν έξω από τα σχολεία. Και θα το πάω και ακόμα παραπέρα. Αν μπορούσα θα έκανα σαμποτάζ στα τυπογραφεία του ΟΕΔΒ και θα αντικαθιστούσα κάποια κείμενα (που εγώ κατατάσσω στη κατηγορία Death of the Mind) από τα βιβλία των νέων ελληνικών με μερικά από τα καλύτερα κείμενα των E. A. Poe, Lovecraft, Ray Bradbury, Stephen KingClive Barker κλπ. Πχ Θα άλλαζα το απίστευτα μίζερο “Να ‘σαι καλά, δάσκαλε!” του Γιώργου Ιωάννου απο το βιβλίο της Β’ Γυμνασίου με το Dagon του Lovecraft η με το κομμάτι με τον Danny στο δωμάτιο 237 από το The Shining του Stephen King. Γιατί όπως έχει πει και ο Μεγάλος

The one great crusade worthy of an enlightened man is that directed against whatever impoverishes imagination, wonder, sensation, dramatic life, and the appreciation of beauty. Nothing else matters. And not even this really matters in the great void, but it is amusing to play a little in the sun before the blind universe dispassionately pulverises us again into that primordial nothingness from whence it moulded us for a second’s sport.

Happy Halloween!

Bonus Video

Για το τέλος ρίξτε μια ματιά σε αυτό το εξαιρετικό ντοκιμαντέρ για τη ζωή του Lovecraft. Γιατί κάτι μου λέει πως  όσο περνάει ο καιρός όλο και περισσότερο θα ακούτε το όνομα του

Mr. Plinkett’s The Star Wars Awakens Review Οκτωβρίου 5, 2016

Posted by Lida in Uncategorized.
add a comment
 
The movie business is exactly like professional gambling, except you hire the gambler. Usually some crazy kid with long hair… You give him $100 million dollars, and you say “Go to the tables, and come back with $500 million dollars.“
George Lucas
 

Έξι χρόνια μετά το τελευταίο Star Wars Review o Mr. Plinket (a.k.a ο Mike Stoklasa με την ομάδα της RedLetterMedia) επανέρχεται με το The Star Wars Awakens Review . Στην πραγματικότητα το video αυτό είναι περισσότερο μια ανάλυση για πως λειτουργεί το Hollywood πάρα κριτική για τη ταινία. Με το γνωστό του στιλ ο Plinket περιγράφει πως η σύγχρονη βιομηχανία του κινηματογράφου έχει μετατραπεί πια σε μια τεράστια, απόλυτα προβλέψιμη, εφιαλτική μηχανή που κάνει το διαβόητο Studio System που επικρατούσε απο το 1930 μέχρι το 1960 να μοιάζει με οικογενειακή βιοτεχνία από τα Κάτω Πετράλωνα. Επίσης αποδομεί την περίεργη προσπάθεια που έχει γίνει τα τελευταία χρόνια να δοθεί κύρος και αξία στα γελοία prequels (εντελώς τυχαία αυτή τη τάση εμφανίστηκε αμέσως μετά την αγορά του franchise από την Disney) και την απάτη που λέγεται Soft Reboot. Αξίζει να το δείτε αν είστε Star Wars fan η αν απλά σας ενδιαφέρει μια ξεκάθαρη ανάλυση που να εξηγεί γιατί ο κινηματόγραφος (σε αντίθεση με την τηλεόραση που γίνεται όλο και καλύτερη) είναι δημιουργικά μια τραγική σκιά του παλαίου του εαυτου. Σε έμενα από αυτό το review μένει η εικόνα του George Lucas, ενός ηττημένου και απογοητευμένου ανθρώπου που παρόλη την αλαζονεία και τον εγωισμό του ίσως δεν άξιζε τον εξευτελισμό που υπέστη τα τελευταία χρόνια.

Υ.Γ. Σε άλλα νέα, η CD Project Red, εκείνη η μικρή εταιρία που ξεκίνησε το 1994 από δυο τύπους στη Βαρσοβία έχει φτάσει ένα χρόνο μετά την έκδοση του Witcher 3: The Wild Hunt να αξίζει περίπου 1,3 δις δολάρια. Αυτά

Give The Devil Benefit Of Law Αυγούστου 30, 2016

Posted by Lida in Uncategorized.
add a comment

Για εντελώς άσχετους λόγους μου ξαναήρθε στο μυαλό αυτή η σκηνή από το εκπληκτικό «A Man for All Seasons» με τον μεγάλο Paul Scofield στο ρόλο του Sir Thomas More. Την είχα ποσταρει σε αυτό το blog πριν κάποια χρόνια. Ίσως να το κάνω ξανά και στο μέλλον

And when the last law was down, and the Devil turned ’round on you, where would you hide, Roper, the laws all being flat?

Noli Cedere Cognoscere Μαΐου 6, 2016

Posted by Lida in Uncategorized.
add a comment

Σαν όλους τους nerdουλες και εγώ έχω από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου αυτή την ενοχλητική ανάγκη να μάθω πως δουλεύει η «μηχανή κάτω από το καπό» για κάθε αντικείμενο που με ενδιαφέρει. Το παλιό κακό καιρό οι τρόποι για να αποκτήσει κανείς γνώσεις γύρω από αυτά τα θέματα (χωρίς να μπει σε κάποια τεχνική η πανεπιστημιακή σχόλη) ήταν τα πανάκριβα ξενόγλωσσα βιβλία η κάτι περίεργες εκπομπές της αλήστου μνήμης εκπαιδευτικής τηλεόρασης (δεν κάνω πλάκα, θυμάμαι πως ανάμεσα στο «Follow Me» του BBC και τα παιδικά του στιλ «Τι είναι η φωτοσύνθεση» βάζαν σφήνα hardcore τεχνικά ντοκιμαντέρ για την βιομηχανική επεξεργασία του χάλυβα. Τρελή πώρωση!)

Σήμερα πιο εκτός από το Youtube όπου μπορεί να βρει κανείς τα πάντα υπάρχουν και τα περίφημα MOOC’s (Massive open online courses). Όταν πρώτοέμαθα την ύπαρξη του concept δεν πολύ πίστευα ότι γίνεται να δουλέψουν αποτελεσματικά. Ο αριθμός των online συμμετεχόντων μπορεί να φτάνει τις δεκάδες χιλιάδες και δεν μπορούσα να φανταστώ πως είναι δυνατή η σωστή επιτήρηση ενός τέτοιου αριθμού φοιτητών

Όμως πριν 2-3 χρόνια προσπαθούσα να βρω ένα καλό τρόπο να μάθω Scala και σχεδόν όλες οι διαθέσιμες πηγές πρότειναν σαν τη καλύτερη εισαγωγή στη γλώσσα το Functional Programming Principles in Scala του École Polytechnique Fédérale de Lausanne. Ο καλές κριτικές και το γεγονός ότι τη σειρά μαθημάτων τη δίδασκε ο ίδιος ο δημιουργός της Scala Martin Odersky με μου έδωσε την αφορμή να λάβω μέρος. Από τότε έχω πια πειστεί πως τα MOOC’s είναι το καλύτερο εργαλείο που υπάρχει αυτή τη στιγμή για αυτό που λένε «δια βίου μάθηση».

Το συγκεκριμένο course όπως τα περισσότερα τεχνικά on line προγράμματα σπουδών διατηρεί μέσες άκρες την κλασσική δομή «διάλεξη – ερωτήσεις πάνω στο θέμα της διάλεξης – εργασία» . Η μόνη διάφορα είναι πως ο έλεγχος και η βαθμολόγηση των απαντήσεων και της εργασίας γίνεται αυτόματα (yeap, η εργασία ανεβαίνει στο σύστημα του πανεπιστήμιου και περνάει από ειδικό parser που επιστρέφει στον φοιτητή τη βαθμολογία μαζί με σχόλια πάνω σε τυχόν λάθη και παραλήψεις). Προσωπικά βρίσκω αυτό το σύστημα πολύ βολικό αν και να πω τη μαύρη αλήθεια για το συγκεκριμένο μάθημα ο Odersky δεν είναι ο καλύτερός καθηγητής του κόσμου.

Φέτος αποφάσισα να ασχοληθώ με τα MOOC’s που έχουν σχέση με τα Video games. Για αρχή ξεκίνησα με το Introduction to Game Design του MIT Game Lab.

Αυτό έχει πιο «χίπικη» δομή από τα τεχνικά courses. Βασίζεται κυρίως σε συνεντεύξεις ανθρώπων που εργάζονται στη βιομηχανία ηλεκτρονικών παιχνιδιών ενώ ενθαρρύνει τη συζήτηση και τη συνεργασία μεταξύ των φοιτητών πάνω στις εργασίες που τους έχουν ανατεθεί. Δεν ξέρω ακόμη αν το συγκεκριμένο στιλ μου ταιριάζει άλλα τα σχόλια από παλαιότερους φοιτητές είναι θετικά. Μετά ακολουθεί το Computer Graphics απο το UC San Diego. Και εδώ πάλι έχουμε τη κλασσική δομή των τεχνικών σπουδών με 500 τόνους διανύσματα, εσωτερικά γινόμενα κλπ. Μου έλαχε στα γεράματα να ξαναφαω στη μάπα την αναλυτική γεωμετρία αλλά τι να κάνουμε αφού ο διανυσματικός χώρος είναι η βάση για σχεδόν όλα τα computer graphics (απο τα video games μέχρι το τρισδιάστατο αρχιτεκτονικό σχέδιο). Η τέχνη θέλει θυσίες γατάκια.

ΥΓ. Για τους Fallout fans υπάρχει και ένα έξτρα μπόνους από το Introduction to Game Design. Δεν είναι μόνο το γεγονός ότι είναι course του MIT (το MIT εχει παίζει κεντρικό ρολό στο Fallout 4). Το περιεχόμενο του περιλαμβάνει και μια εξαιρετική (και σπάνια) συνέντευξη του ιδρυτή της Bethesda softworks Christopher Weaver. Ο Weaver είναι παλιουρας του IT από την εποχή που οι εταιρίες πληροφορικής στήνονταν με ένα commodore64, 10 κόλλες Α4, 3 συνδετήρες και το περισσευούμενο chinese takeaway που βρισκόταν στο ψυγείο του ιδρυτή και ξέρει πολύ καλά πως δουλεύει η «μηχανή» . Enjoy

PART 1

PAART 2

(Τα video είναι περασμένα σαν unlisted οπότε συγνώμη αν δεν μπορείτε να τα δείτε)

 

Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης 2016 Μαρτίου 21, 2016

Posted by Lida in Uncategorized.
add a comment

Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης, συνήθεια που έγινε λατρεία για το Lida’s Weblog. Συμμετέχω και φέτος στους εορτασμούς, αυτή τη φόρα με ένα ποίημα/στιχούργημα που ο δημιουργός του αποκάλεσε «a song about real pain». Μια εξαιρετικά λιτή και συγκινητική αποτύπωση της πανανθρώπινης εμπειρίας του πόνου και της λύτρωσης από ένα μεγάλο των blues.

PPPrrfprrr…SPLASH….everything is going to be alright

The Art of Fallout 4 Φεβρουαρίου 11, 2016

Posted by Lida in Games.
add a comment


The Art of Fallout 4

Αυτό το βιβλίο ήθελα να το αγοράσω από τότε που είδα την πρώτη παρουσίαση του Fallout 4 που έκανε ο  Todd Howard στην περσινή E3. Μου αρέσει να συλλέγω concept art από κινηματογραφικά έργα και games, πιστεύω πως μαζί με τα storyboards μπορούν να περιγράψουν το τρόπο σκέψης και τις προθέσεις των δημιουργών  καλύτερα από μια συνέντευξη. Ορίστε μερικά δείγματα από το περιεχόμενο του βιβλίου.

Abernathy farm

Abernathy farm

exploring

Boston Centre Ruins

The Prydwen

The Prydwen

Raiders

Raiders (Heavy Armour)

Το δημιουργικό τμήμα της Bethesda (αποτελούμενο από τους Istvan Pely, Ray Lederer, Ilya Nazarov, John Gravato και τον μακαρίτη πια Adam Adamowicz) όταν το 2009 βγήκε στην αγορά και το τελευταίο DLC του Fallout 3 ξεκίνησε να δουλεύει πάνω στο Fallout 4. Ο όγκος δουλειάς που παρήγαγε μέσα σε 4 χρόνια αυτή η μικρή σχετικά ομάδα είναι τεράστιος. Εκατοντάδες σχέδια που ξεκινούν από την συνολική εικόνα της κατεστραμμένης από τα πυρηνικά Βοστόνης και φτάνουν μέχρι της διαφημιστικές αφίσες της Nuka Cola που βρίσκονται τοιχοκολλημένες στα ερείπια. Όλα αυτά  είναι απλά η βάση πάνω στην οποία στηρίχθηκαν οι 3D Artists για να δημιουργήσουν τα αντικείμενα και τους NPC‘s του παιχνιδιού αλλά και τα χιλιάδες «προκατ» στοιχεία (βράχια, έδαφος, δρόμοι,ερείπια, μπάζα, δένδρα κλπ) που συνθέτουν το open world  περιβάλλον μέσα στο οποίο κινείται o παίκτης.  Για κάθε ένα από αυτά τα στοιχεία υπάρχουν δεκάδες παραλλαγές οι οποίες τροποποιήθηκαν ξανά και ξανά και ξανά μέχρι να καταλήξουν στη τελική μορφή των game assets που βρίσκονται  μέσα στο παιχνίδι.

Πέρα από την αξία που έχει όλο αυτό το έργο από μόνο του είναι και μια πολύ καλή πηγή έμπνευσης για την δημιουργία των δικών μου game assets και mods (oh yes!). Η Bethesda ανήκει στις ελάχιστες εταιρίες που προσφέρουν στους παίκτες εργαλεία που τους επιτρέπουν να κάνουν αλλαγές πάνω στο παιχνίδι είτε προσθέτοντας καινούρια αντικείμενα, κτήρια και τοποθεσίες είτε αλλάζοντας ριζικά την συμπεριφορά των NPC’s και του «περιβάλλοντος». Η αλλαγές αυτές μπορούν να γίνουν φυσικά και χωρίς αυτά τα εργαλεία. Πχ ένας πρόχειρος editor για το Fallout 4 έγινε διαθέσιμος από την κοινότητα των modders σχεδόν αμέσως μετά την εμφάνιση του παιχνιδιού στην αγορά. Με αυτόν έφτιαξα το πρώτο μου mod. Δεν είναι τίποτα σπουδαίο, απλά προσθέτει κάποιους τύπους πυρομαχικών και fusion cores στα chemical stations του παιχνιδιού. Αν ήταν κώδικας θα αντιστοιχούσε σε κάτι που είναι μισό σκαλί πιο πάνω από το Hello World! ενώ εύκολα μπορεί να βρει κανείς πολύ καλύτερες παραλλαγές του στο Mod Nexus. Αλλά για εμένα είναι μεγάλη χαρά μπαίνω στο παιχνίδι και να χρησιμοποιώ κάτι που εγώ η ίδια έχω δημιουργήσει και προσθέσει.

Το επόμενο βήμα είναι να προσπαθήσω να προσθέσω καινούρια αντικείμενα αλλά για αυτό χρειάζεται πρώτα να μάθω κάποια βασικά πράγματα για το 3D graphics (το καλύτερο δωρεάν εργαλείο για αυτή τη δουλειά είναι το Blender). Θα προσπαθήσω επίσης να κάνω κάποιες αλλαγές στους καταυλισμούς του παιχνιδιού. Τα περισσότερα settlements είναι γεμάτα με μπάζα και σκουπίδια που το παιχνίδι δεν σου δίνει την δυνατότητα να τα αφαιρέσεις.  Σίγουρα θα υπάρχει κάποιος τρόπος να γίνει αυτό (πιθανών να υπάρχει ήδη mod που να προσθέτει αυτό το feature, δεν το έχω ψάξει). Για όλα αυτά όμως θα χρειαστεί να περιμένω το Fallout 4 G.E.C.K. (o επίσημος editor για το παιχνίδι) που η Bethesda υποσχέθηκε ότι θα βγάλει στο πρώτο 3μηνο του 2016. Σε δουλειά να βρισκόμαστε.

Υ.Γ. Λίγο πριν στήσω το βιβλίο για να το φωτογραφίσω εμφανίστηκε στο twitter feed του Gamesutra η είδηση πως ο Todd Howard θα παραλάβει το βραβείο lifetime achievement στην φετινή GDC. Έβαλα την εικόνα στην οθόνη δίπλα από το βιβλίο, νομίζω ταιριάζει μια χαρά. Και για το τέλος, ας ξαναβάλω εδώ την παρουσίαση που έκανε στην DICE 2012. Αν σας ενδιαφέρουν τα ηλ. παιχνίδια (ακόμα και αν δεν σας ενδιαφέρουν αλλά σας αρέσει να ακούτε ανθρώπους που αγαπάνε την δουλειά τους να μιλάνε για αυτό που κάνουν) αξίζει τον κόπο.

Όταν βλέπω ομιλίες του Howard θυμάμαι το Q & A από μια Quakecon (2012 νομίζω) όπου ένας παίκτης του είπε πως είχε φτάσει τις 630 ώρες μέσα στο Skyrim και ο Howard τον ρώτησε “what does the game do then?

The Witcher 3: Wild Hunt Ιανουαρίου 1, 2016

Posted by Lida in Games.
1 comment so far


Τελικά αυτή η χρονιά ήταν πολύ καλύτερη από ότι περίμενα (μην γελάτε γατάκια, αν είχατε πραγματικά συνειδητοποιήσει τι καταστροφή γλιτώσατε παρα τρίχα θα ήσασταν τώρα όλοι κουρνιασμένοι σε εμβρυακή στάση σε μια γωνία και θα ουρλιάζατε). Για εμένα τουλάχιστον ήταν γεμάτη αρκετές ευχάριστες εκπλήξεις και μια από τις καλύτερες ήταν το Witcher 3.

Νομίζω πως σε αυτό το σημείο δεν χρειάζεται να πω πόσο λατρεύω το Fallout franchise και πως περίμενα το Fallout 4. Ε λοιπόν, μετά από κάπου 150 ώρες στο Fallout 4 θα το πω και πέστε να με φάτε. Το Witcher 3 είναι για εμένα σαφώς, σαφέστατα ανώτερο παιχνίδι

Για να μη παρεξηγηθώ, το Fallout είναι υπέροχο, δεν έχω κανένα απολύτως πρόβλημα και μέχρι στιγμής έχω καταδιασκεδάσει μαζί του. Απλά το Witcher 3 είναι από κάθε άποψη ανώτερο. Έχει πολύ καλύτερη ιστορία, gameplay, γραφικά, design, πως το λένε, τα πάντα όλα. Δεν θα καθίσω να του κάνω review, αυτή τη δουλειά την έχει κάνει ο κ. Jim Sterling  πολύ καλύτερα από εμένα (το review αναφέρει και ένα από τα αγαπημένα μου κομμάτια του παιχνιδιού, την δυνατότητα να φοράς βενετσιάνικες μάσκες καθώς σφάζεις τέρατα. Όχι δεν είναι mod)

mask

♪ O mamma, mamma cara ♪….χρατς..ΑΑααααα…σπλατ!!!

Πιστέυω πως αυτό που κάνε το παιχνίδι να ξεχωρίζει είναι ο εξαιρετικός τρόπος που οι συγγραφείς των κειμένων και οι designers έχουν μεταφέρει το κόσμο του Witcher από τα βιβλία του Andrzej Sapkowski . Σε περίπτωση που κάποιος δεν γνωρίζει το Witcher βασίζεται σε μια (πολύ δημοφιλή στην ανατολική Ευρώπη) σειρά βιβλίων όπου πρωταγωνιστεί ο περίφημος Witcher (επαγγελματίας εξολοθρευτής τεράτων) Geralt of Rivia . Στο σύμπαν του Witcher συνδυάζονται οι κοινωνικές, πολιτιστικές και πολιτικές δομές του Ευρωπαϊκού μεσαίωνα με τους μύθους του (σε αυτό συνυπάρχουν οι φεουδάρχες, οι βασιλείς και οι χωρικοί με μάγους, μυθολογικά πλάσματα και τέρατα). Είναι επίσης ένας κόσμος όπου δεν υπάρχει καλό και κακό. Ο παίκτης και όλοι οι χαρακτήρες της ιστορίας κινούνται σε ένα θολό τοπίο γεμάτο ίντριγκες, προδοσίες, πολιτικές μηχανορραφίες όπου τίποτα δεν είναι ξεκάθαρο. Οι υπερασπιστές των φτωχών και των αδικημένων μπορεί να είναι δογματικά καθάρματα και οι φτωχοί χωρικοί να είναι εξίσου απάνθρωποι και διεφθαρμένοι με τους οι ευγενείς που τους εξουσιάζουν. Μια περήφανη και ηρωική πράξη μπορεί να οδηγήσει στην καταστροφή και τον ανούσιο θάνατο εκατοντάδων αθώων ενώ μια απλή “άνανδρη” διευθέτηση μπορεί να λύσει το πρόβλημα χωρίς δυσμενείς επιπτώσεις. Γενικά είναι ένα παιχνίδι που στο τέλος του ο παίκτης νιώθει λιγότερο σαν “ήρωας” και περισσότερο σαν ένας άνθρωπος που έκανε ότι καλύτερο μπορούσε μέσα σε μια πάρα πολύ δύσκολη κατάσταση. Και αυτό για εμένα είναι πολύ πιο ικανοποιητικό.

Είχα υποσχεθεί σε παλαιότερα post (από την εποχή ακόμα του  Witcher 2) ότι θα γράψω αναλυτικά για το Witcher.  Αλλά δεν νομίζω ότι είχε νόημα να πω κάτι περισσότερο για αυτό. Το internet είναι γεμάτο με reviews και αναλύσεις του παιχνιδιού και στο κάτω κάτω μιλάει και μόνο του (αν δεν το έχετε ήδη σαν συνιστώ να το αγοράσετε, τώρα πια το Steam το έχει κάθε τρεις και λίγο σε προσφορά). Αντι για αυτό ίσως έχει περισσότερη αξία να πω δυο λόγια για τους ανθρώπους που το δημιούργησαν. Κυρίες και κύριοι, σας παρουσιάζω την ιστορία της CD Projekt Red.

Την “ωραία” εποχή που υπήρχε ακόμα το περίφημο σιδηρούν παραπέτασμα στην ανατολική Ευρώπη (για λόγους που δεν χρειάζεται να εξηγήσω) δεν υπήρχαν εισαγωγείς ηλ. παιχνιδιών (τα ίδια τα παιχνίδια δεν απαγορεύονταν) και το να βρεις τα τελευταία games της αγοράς δεν ήταν εύκολη υπόθεση. Όμως αυτή η απουσία επισήμων αντιπροσώπων σε συνδυασμό με την έλλειψη οποιασδήποτε νομοθεσίας για τα πνευματικά δικαιώματα δημιούργησε μια περίεργη “γκρίζα” ζώνη όπου η αντιγραφή και ανταλλαγή όσων παιχνιδιών κατάφερναν να περάσουν το παραπέτασμα γινόταν φόρα παρτίδα χωρίς κανένα έλεγχο (μέχρι και από ραδιοφωνικούς σταθμούς εκπέμπονταν ο κώδικας τους !). Από τα μέσα του 80 μάλιστα στις μεγάλες πόλεις του ανατολικού μπλοκ κάθε σαββατοκύριακο εμφανίζονταν σε ανοιχτούς χώρους μικρές ημιπαρανομες αγορές όπου κομπιουτεραδες πουλούσαν η αντάλλασσαν μεταξύ τους μηχανήματα, software και φυσικά τα τελευταία παιχνίδια

Από αυτές τις αγορές ξεκίνησε την επιχειρηματική του καριέρα ο ιδρυτής της CD Projekt Red Marcin Iwiński. Φανατικός gamer ο ίδιος, βρήκε τρόπο να αποκτήσει και να γίνει ο αποκλειστικός προμηθευτής των υπερπολυτημων τελευταίων εκδόσεων των παιχνιδιών για Sinclair Spectrum αλληλογραφώντας  (όπως λέει σε αυτή τη συνέντευξη) με κάποιο Έλληνα (πριν λίγο καιρό τον ρώτησα μέσω email αν θυμάται το όνομα του αλλά δυστυχώς δεν έχει κρατήσει τα στοιχεία από τη αλληλογραφία τους. Ναι έστειλα email για αυτό το θέμα στον Marcin Iwiński και μου απάντησε ο ίδιος. Όχι δεν κάνω πλάκα) ο οποίος τα αντέγραφε και του τα έστελνε μέσω ταχυδρομείου (οι Έλληνες κάτοχοι Spectrum και Commodore θυμόμαστε εκείνες τις εποχές). Με την απελευθέρωση της αγοράς και έλευση των CD μαζί με τον συνεταίρο του Michal Kiciński, κεφάλαιο 2000 $ και έναν υπολογιστή δημιούργησαν το 1994 την CD Projekt Red και άρχισαν νόμιμα να εισάγουν και να μεταφράζουν στα πολωνικά παιχνίδια από την Αμερική και την Ευρώπη

Ο κύριος ανταγωνιστής τους ήταν οι πειρατές που μέσα σε 48 ώρες από την εμφάνιση ενός παιχνιδιού στη αγορά της Πολωνίας το είχαν ήδη σπάσει και τυπώσει σε πειρατικά CD. Η CD Projekt Red κατάλαβε γρήγορα πως οι πελάτες της θα προτιμούσαν το αυθεντικό προϊόν αν αυτο περιείχε καποιο added value που οι πειρατές δεν μπορούσαν να προσφέρουν. Έτσι πάντα τα προϊόντα τους διέθεταν καλή τεχνική υποστήριξη ενώ οι συσκευασίες τους περιείχαν καλοσχεδιασμένα extras όπως χάρτες, εικονογραφημένα βιβλία, CD με την μουσική του παιχνιδιού κλπ  δηλαδή πράγματα που οι πειρατές ήταν σχεδον αδύνατον να δώσουν στον πελάτη. Η επιλογή αυτή πέτυχε και η εταιρία κατάφερε να μεγάλωσει αρκετά ώστε να μπορέσουν ο Marcin και ο  Michal να πραγματοποιήσουν ένα όνειρο ζωής.  Να δημιουργήσουν ένα  παιχνίδι βασισμένο στο σύμπαν των βιβλίων του Andrzej Sapkowski

Έχοντας την βοήθεια της Bioware (κανείς από τη CD Projekt δεν είχε ιδέα πως φτιάχνεται ένα παιχνίδι τέτοιου μεγέθους) και αφού έριξαν ότι είχαν και δεν είχαν στο project (κάπου 20 εκατ ζλοτι, 100 ανθρώπους full time και 5 χρόνια απίστευτης δουλειάς) το φθινόπωρο του 2007 παρουσίασαν στο κοινό το εξαιρετικό Witcher 1.  Το παιχνίδι είχε μεγάλη επιτυχία (2 εκατ. κομμάτια συνολικά σε πωλήσεις και πολύ καλές κριτικές) έτσι η CD Projekt άρχισε σχεδόν αμέσως να δουλεύει πάνω στο sequel (για την ακρίβεια στα sequel αφού ταυτόχρονα με το Witcher 2 η εταιρία ανέπτυσσε και το καινούργιο game engine για το Witcher 3)

Κάποιες  σοβαρές αποτυχίες (The Witcher: Rise of the White Wolf) και οι επιπτώσεις της οικονομικής κρίσης κόντεψαν να κλείσουν την CD Projekt. Παρολαυτα το 2011 κατάφερε να βγάλει στην αγορά το κουτσουρεμένο Witcher 2. Λόγω των προβλημάτων της εταιρίας το παιχνίδι είχε λιγότερο περιεχόμενο από αυτό που αρχικά είχε σχεδιαστεί αλλά και αυτό έκανε καλές πωλήσεις (1.7 κομμάτια στον πρώτο χρόνο από την εκδόση του) και κερδίσε ακόμη καλύτερες κριτικές από το πρώτο.

Η CD Projekt μετά την επιτυχία του Witcher 2 (μαζί με το Witcher 1 συμπλήρωσαν συνολικά τα 5 εκατομμύρια κομμάτια σε πωλήσεις το 2013) αντί να επαναπαυθεί στης δάφνες αποφάσισε να δημιουργήσει ένα open world RPG που θα ξεπερνούσε σε μέγεθος, βάθος και ποιότητα οποιοδήποτε παρόμοιο παιχνίδι έχει προηγηθεί (παρόλο που και αυτή τη φορά η εταιρία δεν έχει ουσιαστικά εμπειρία στην ανάπτυξη αυτού του τύπου των παιχνιδιών). Σε αυτή τη προσπάθειά έριξε  κυριολεκτικά τα πάντα. Ολόκληρο το project ήταν επένδυση της ίδιας της εταιρίας και κόστισε το συνολικό το ποσό των 81 εκατ δολαρίων (μοιάζει εντυπωσιακό αλλά παρόμοια project άλλων εταιριών έχουν κοστίσει διπλάσια και τριπλάσια λεφτά). Και κέρδισε ξανά το στοίχημα. Οι πωλήσεις έφτασαν τις 6 εκατ. κόπιες μέσα στις πρώτες 6 βδομάδες και οι διθυραμβικές κριτικές εκθειάζουν το Witcher 3 σαν ένα από τα υψηλότερα δείγματα της τέχνης των videogames.

Πέρα από όλα αυτά η CD Projekt Red χαίρει μεγάλης εκτίμησης στην κοινότητα των gamers γιατί συνεχίζει να φροντίζει τους πελάτες της όπως έκανε στα πρώτα βήματα της όταν εισήγαγε παιχνίδια στην Πολωνία. Παρόλο που η σειρά των παιχνιδιών witcher είναι από τις πιο πολύαντεγραμμένες από τους πειρατές συνεχίζει να πουλάει όλα τα παιχνίδια της χωρίς DRM ενώ φροντίζει να δίνει δωρεάν περιεχόμενο και εξαιρετική υποστήριξη στους πελάτες της. Και αυτό το κάνει όχι γιατί έχει τίποτα υψηλές ηθικές αξίες (κάθε άλλο, όπως και κάθε άλλη εταιρία και CD Projekt έχει σαν απόλυτη προτεραιότητα της το κέρδος). Απλά από την εμπειρία της στην Πολωνική αγορά γνωρίζει από πρώτο χέρι πως είναι αδύνατον να αποφύγει κανείς την πειρατεία. Έτσι δεν πετάει λεφτά στην ανάπτυξη και ενσωμάτωση του DRM (που στο κάτω κάτω δημιουργεί επιπλέον προβλήματα στους πελάτες της) και προσελκύει αγοραστές δίνοντας τους extras που καμία πειρατική κόπια δεν θα μπορέσει ποτέ να τους προσφέρει.

Με αυτά και με αυτά μια μικρή εταιριούλα που ξεκίνησε από τις μάντρες της Βαρσοβίας όπου πωρωμένοι κομπιουτεράδες αντάλλασσαν κασέτες με παιχνίδια για Spectrum εξελίσσεται 20 χρόνια μετά σε ένα από τους κυρίους παίκτες μιας βιομηχανίας με συνολικό τζίρο 100 δις δολάρια το χρόνο. Live and learn που λένε και οι Ινκας

Για το τέλος είναι απαραίτητο να κάνω μια μικρή αναφορά στη συγκλονιστική μουσική του παιχνιδιού. Είναι από τις καλύτερες μουσικές συνθέσεις που έχουν γραφτεί ποτέ για ηλεκτρονικό παιχνίδι (για εμένα ίσως να ξεπερνάει και τη δουλειά του Jeremy Soule  για το Skyrim). Έτσι για να ξέρουμε για τι μιλάμε ορίστε ένα δείγμα από τα κομμάτια που ακούγονται στις μάχες

Και ένα δείγμα από τις πιο ήρεμες στιγμές του παιχνιδιού (το κομμάτι αυτό ακούγεται όταν ο παίκτης παίζει gwent)

Οι μελωδίες και οι ρυθμοί των περισσότερων κομματιών βασίζονται σε μεσαιωνικές και παραδοσιακές μουσικές της Σκοτίας, της Ιρλανδίας και της ανατολικής Ευρώπης. Οι συνθέτες τους είναι δυο καταξιωμένοι καλλιτέχνες, ο Mikolai Stroinski και ο Marcin Przybylowicz. Ο πρώτος έχει σπουδάσει σύνθεση στην Karol Szymanowski Academy of Music και έχει γράψει μουσική για πολλές αμερικάνικες  τηλεοπτικές σειρές, ντοκιμαντέρ και ηλεκτρονικά παιχνίδια. Ο δεύτερος έχει σπουδάσει διεύθυνση jazz στην Feliks Nowowiejski Academy of Music και γράφει μουσική για ηλεκτρονικά παιχνίδια. Η εκτέλεση των κομματιών είναι από τους Percival Schuttenbach, μια ομάδα ανθρώπων που ασχολούνται σοβαρά με την έρευνα πάνω στην μεσαιωνική μουσική και κάνουν συναυλίες σε ιστορικά φεστιβάλ σε όλη την Ευρώπη. Η μουσική αυτή δεν έχει σχέση ούτε με τους κλαριτζήδες από το πανηγύρι της άνω Παναγιάς ούτε με βλαμμένους hipster που κάνουν ειρωνικές jazz διασκευές σε παρακμιακά δημοτικά και σκυλάδικα (έχει προκύψει και αυτό το φρούτο τελευταία). Τα γράφω όλα αυτά για να προλάβω τυχόν σχόλια που μπερδεύουν τη βούρτσα με την Λίτσα Γιαγκούση.

Καλή χρονια να έχουμε. Keep on gamming μάγκες

ΥΓ. Ψάχνοντας πληροφορίες για το παιχνίδι από μια συνέντευξη ενός από τους σχεδιαστές του παιχνιδιού έμαθα και κάτι που δεν ήξερα. Για να καθοδηγήσουν μέσα σε ένα open world περιβάλλον τους παίκτες στα σημεία ενδιαφέροντος οι σχεδιαστές παιχνιδιών χρησιμοποιούν τις ίδιες τεχνικές που χρησιμοποιούν οι σχεδιαστές μεγάλων εμπορικών κέντρων για να καθοδηγούν τους επισκέπτες γύρω από τις βιτρίνες των καταστημάτων. Η ανθρώπινη ψυχολογία είναι παντού η ίδια γατάκια.

Santa Claus and the Ice Cream Bunny Δεκεμβρίου 24, 2015

Posted by Lida in Uncategorized.
add a comment

OK, το αφιέρωμα στις χειρότερες Χριστουγεννιάτικες ταινίες όλων των εποχών φέτος σοβάρεψε my lovelies. Τώρα που γυρίσαμε στη σκοτεινή πλευρά της δύναμης τα αστεία τελειώσανε και από το καλόκαρδο πολιτιστικό αχταρμά του Santa Claus Vs the Devil και τη χαρούμενη φτήνια του Santa Claus Conquers the Martians περνάμε πια στο εφιαλτικό Santa Claus and the Ice Cream Bunny. Η υπόθεση του έργου είναι αδύνατον να περιγράφει. Το Santa Claus and the Ice Cream Bunny είναι στην πραγματικότητα ένα συνονθύλευμα από ατάκτως ερριμμένες σκηνές που κάποιος είχε την ατυχή έμπνευση να μοντάρει σε κάτι που παριστάνει τη κινηματογραφική ταινία. Το μόνο που μπορεί να κάνει κανείς είναι να προσπαθήσει να περιγράψει τι συμβαίνει στην οθόνη. Τέλος πάντων βαθιά ανάσα και ξεκινάμε.

Η “ταινία” αρχίζει με μια ομάδα παιδιών ντυμένα σαν ξωτικά που παριστάνουν ότι φτιάχνουν παιχνίδια στο εργαστήρι του Άι Βασίλη και τραγουδούν παράφωνα ένα άθλιο τραγούδι. Ξαφνικά ένα από τα “ξωτικά” γυρίζει και λέει έτσι στο εντελώς άσχετο πως ο Άι Βασίλης λείπει. Αμέσως και χωρίς καμία άλλη μεταβατική σκηνή περνάμε σε μια ηλιόλουστη παραλία όπου βλέπουμε τον Άι Βασίλη (που μοιάζει σαν αυτούς που έχουν τα συνοικιακά πολυκαταστήματα) να κάθεται μόνος πάνω στο έλκηθρο του.

florida santa

I’ve been conned! There is no luxury timeshare here!

Μια γυναικεία φωνή που ακούγεται σαν να έχει κατεβάσει μια νταμιτζάνα tequila μας λέει πως το έλκηθρο έχει κολλήσει στην άμμο και πως τα ελάφια έχουν φύγει. Πως είναι φυσικό ο Άι Βασίλης έχει σκάσει από την ζέστη αλλά αντί να σηκωθεί και να πάει σε κα’να beach bar λίγο πιο πέρα αρχίζει να τραγουδάει ένα ακόμη πιο άθλιο τραγούδι που λέει πως ο μόνος τρόπος να σωθεί είναι να φωνάξει τους φίλους του. Πάλι χωρίς καμία απολύτως μεταβατική σκηνή περνάμε σε μια σειρά από εντελώς ξεκάρφωτες σκηνές όπου ο Άι Βασίλης καλεί μέσω τηλεπάθειας μικρά παιδιά να έρθουν να τον βοηθήσουν. Ως δια μαγείας τα παιδιά εμφανίζονται στη παραλία και προσπαθούν να ξεκολλήσουν το έλκηθρο με την βοήθεια ενός αλόγου, ενός προβάτου, ενός γουρουνιού, μιας γελάδας, ενός γαϊδουριού και ενός τύπου με στολή γορίλα!!

gorilla

Why do i get the feeling that a psychiatrist heard about this decades later

Όπως είναι φυσικό τίποτα από όλα αυτά δεν έχει αποτέλεσμα και Άι Βασίλης αντί να κάνει κάτι χρήσιμο αποφασίζει να δώσει κουράγιο στα παιδιά λέγοντας τους πως αν έχουν πίστη τα όνειρα τους θα γίνουν πραγματικότητα. Και για να τους αποδείξει πόσο σωστή είναι η απίστευτη βλακεία που μόλις ξεστόμισε αρχίζει να τους αφηγείται το παραμύθι της Τοσοδούλας! Από εδώ και πέρα ξεκινάει μια εντελώς διαφορετική ταινία (με τους δικούς της τίτλους έναρξης!) μέσα στην ταινία που ήδη παρακολουθούμε!

Βλέπουμε μια κοπέλα να περιδιαβαίνει τους χώρους ενός άθλιου θεματικού λούνα παρκ που ονομάζεται “Pirates World”. Αφού κάνει το διαφημιστικό τουρ μπαίνει μέσα σε μια αίθουσα όπου πάνω σε ένα τραπέζι με χωρίσματα από άβαφο κοντραπλακέ βρίσκεται ένα κακοφτιαγμένο diorama με θέμα την Τοσοδούλα και γύρω του ηχεία ανακοινώσεων από τα οποία μια γυναίκεια φωνή διηγείται στους επισκέπτες το παραμύθι. Η κοπέλα αρχίζει να κοιτάζει σαν υπνωτισμένη το τραπέζι (η κάμερα είναι στημένη από την πλευρά που το κοντραπλακέ κρύβει το diorama οπότε εμείς δεν μπορούμε να δούμε τι βλέπει) και η ταινία περνάει πάλι χωρίς καμία μεταβατική σκηνή στο σπίτι μιας ηλικιωμένης κυρίας που (όπως μας διηγείται η φωνή από το ηχείο ανακοινώσεων που για κάποιο λόγο συνεχίζουμε να ακούμε) θέλει απεγνωσμένα μια κόρη. Αποφασίζει να επισκεφτεί την τοπική μάγισσα η οποία αφού τραγουδήσει ένα τραγούδι που διαρκεί κάπου 5 ώρες της δίνει ένα σπόρο για να φυτέψει στον κήπο. Η κυρία φυτεύει το σπόρο και από μέσα από το φυτό που φυτρώνει βγαίνει η περίφημη Τοσοδούλα.

oz

I am the great and powerful Oz!

Δεν προλαβαίνει να εγκατασταθεί στο σπίτι της ηλικιωμένης κυρίας και αμέσως την απαγάγει μια βατραχίνα που θέλει να την παντρέψει στον γιο της. Η αφηγήτρια μας λέει πως η Τοσοδούλα καταφέρνει τελικά να ξεφύγει από τους βατράχους και ξανά χωρίς κανενός είδους μεταβατική σκηνή την βλέπουμε να περπατάει μέσα σε ένα δωμάτιο με βαμμένα λουλούδια στους τοίχους και τεράστια μανιτάρια από φελιζολ. Ξαφνικά της την πέφτει μια παρέα από πλάσματα που μοιάζουν να έχουν βγει μέσα από το Necronomicon.

cthulhu minions

Ph’nglui mglw’nafh Cthulhu R’lyeh wgah’nagl fhtagn!
Ph’nglui mglw’nafh Cthulhu R’lyeh wgah’nagl fhtagn!

Καταφέρνει να τους ξεφύγει και μετά βρίσκεται έξω από τη πόρτα μιας τυφλοποντικίνας η οποία δέχεται να τη φιλοξενήσει για το χειμώνα στο σπίτι της. Επίσης σε αυτό το σημείο μαθαίνουμε πως η αφηγήτρια της ιστορίας είναι η τυφλοποντικίνα.

ΟΚ εδώ πρέπει να κάνω ένα διάλειμμα για να πω πως αυτή η ταινία είναι ίσως το πιο μπερδεμένο αφηγηματικό Inception στην ιστορία του κινηματογράφου
Για να καταλάβετε τι εννοώ : Το παραμύθι που βλέπουμε το διηγείται η κυρία τυφλοποντικίνα μέσω των ηχείων ανακοινώσεων στην κοπέλα που κοιτάει το diorama και που την ιστορία της οποίας (της κοπέλας δηλαδή) διηγείται ο Άι Βασίλης στα παιδιά στην παραλία. Εγώ τουλάχιστον δεν θυμάμαι να έχω δει πότε κάτι τόσο ανούσια περίπλοκο. Τέλος πάντων, συνεχίζουμε.

Η τυφλοποντικίνα θέλει να πασάρει την Τοσοδούλα σε έναν γέρο πλούσιο τυφλοπόντικα με έντονη νεοϋορκέζικη προφορά.

mole

Thumbelina, you’ve never heard of Roman Polanski have you? No? Good

Ο τυφλοπόντικας θέλει να μπει στο βρακί της Τοσοδούλας αλλά αυτή δεν πολυγουστάρει και με την βοήθεια ενός πουλιού που μοιάζει με μεξικάνικη pinata την κάνει από το σπίτι της τυφλοποντικίνας. Τελικά φτάνει σε ένα μέρος (που είναι στη πραγματικότητα το δωμάτιο που παρίστανε το δασός στης προηγούμενες σκηνές μόνο που τώρα έχει τεράστια υφασμάτινα λουλούδια αντι για μανιτάρια από φελιζολ) γεμάτο με τοσοδούλες και τοσοδούλιδες και παντρεύεται το βασιλιά τους. Τοσοδούλα αρχίζει να τραγουδάει για το πόσο ευτυχισμένη είναι και όλο αυτό το απίστευτο έκτρωμα κλείνει με την κοπέλα να βγαίνει από την αίθουσα με το diorama και να συνεχίζει την βόλτα της στο λούνα παρκ καθώς πέφτουν οι τίτλοι του τέλους

Αλλά φυσικά ο εφιάλτης δεν έχει τελειώσει. Βλέπουμε (μαντέψτε!) ΞΑΝΑ τον Άι Βασίλη στη παραλία να λέει στα παιδιά πως όπως η Τοσοδούλα έτσι και αυτά δεν πρέπει ποτέ να χάσουν την πίστη ότι τα όνειρα τους θα γίνουν αληθινά. Τότε τα παιδιά φεύγουν από την παραλία και ο Άι Βασίλης μετά από λίγο λιποθυμά από την ζέστη πάνω στο έλκηθρο του. Ξαφνικά ακούμε μια σειρήνα και μέσα από τους θάμνους ξεπροβάλει ένα πυροσβεστικό αντίκα με επιβάτες τα παιδιά και οδηγό ένα τύπο που φοράει τη χειρότερη στολή κούνελου που μπορεί να φανταστεί άνθρωπος. Ναι, το περίφημο Ice Cream Bunny κάνει επιτέλους την εμφάνιση του.

bunny

Evil!Evil! It must be destroyed with the Daggers of Megiddo!

Το πυροσβεστικό κατευθύνεται προς την παραλία αλλά στην διαδρομή βγαίνει 3-4 φορές από το δρόμο προφανώς επειδή η στολή εμποδίζει την ορατότητα του οδηγού. Τελικά καταφέρνουν να φτάσουν μπροστά στο έλκηθρο του Άι Βασίλη ο οποίος χαιρέτα το Ice Cream Bunny σαν να είναι παλιοσειρες από το στρατό. Αφού κουβεντιάσουν για λίγο ανεβαίνουν και οι δυο στο πυροσβεστικό και παρατάνε τα παιδιά στην παραλία. Το έλκηθρο ως δια μαγείας εξαφανίζεται και η γυναικεία φωνή που ακούγεται σαν να έχει κατεβάσει μια νταμιτζάνα tequila μας ενημερώνει ότι έχει επιστέψει μαζί με τον Άι Βασίλη στον Βόρειο Πόλο. THE END ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ!!!!

Η ταινία αυτή (όπως το Santa Claus Vs the Devil και το Santa Claus Conquers the Martians) ανήκει στη κατηγορία των matinee movies. Δηλαδή στις (συνήθως) φτηνές ταινίες που προβάλλονταν στα σινεμά νωρίς το απόγευμα και το κοινό τους το αποτελούσαν κυρίως μικρά παιδιά. Παρόλο που οι περισσότερες ταινίες αυτού του είδους είναι κακής ποιότητας δύσκολα θα βρει κανείς κάποια που να είναι χειρότερη από αυτό το πράγμα. Οι δημιουργοί του έχουν ενστερνιστεί πλήρως τη θεωρία που λέει ότι Μικρό Παιδί = Ενήλικας με βαριά νοητική υστέρηση. Οι διάλογοι είναι εξαιρετικά ανόητοι και όλοι οι ηθοποιοί μιλάνε σαν να απευθύνονται στην υπεραιωνόβια κουφή θεία τους. Τα σκηνικά και τα κουστούμια μοιάζουν σαν να προέρχονται από παράσταση δημοτικού σχολείου ενώ η χροιά της εικόνας και ο ρυθμός της σε κάνουν να νιώθεις ότι δεν παρακολουθεις παιδική ταινία αλλά Φιλιππινέζικο snuff film. Την καλύτερη περιγραφή του Santa Claus and the Ice Cream Bunny την έχει κάνει ο Brad Jones (cinema snob)

it seem like that movie that is always playing on the TV in the background when the cops burst in the serial killer’s house

Ίσως η μόνη αξία που έχει αυτό το φιλμ βρίσκεται στης σκηνές που δείχνουν πως ήταν το τρισάθλιο Pirates World το οποίο έκλεισε 2-3 χρόνια μετά τα γυρίσματα της ταινίας. Η Φλόριντα ήταν γεμάτη από  μικρά τριτοκοσμικά θεματικά λούνα παρκ τα οποία με το που άνοιξε το Walt Disney World το 1971 καταστράφηκαν οικονομικά και έκλεισαν (πρέπει να λέμε τα κακά της Disney αλλά από την άλλη έχει κάνει και πολλά καλά. Το ότι συνέτριψε οικονομικά τα λούνα παρκ τύπου Pirates World είναι ένα από αυτά τα καλά)

Ο μόνος τρόπος να δείτε αυτή τη ταινία είναι με συνοδεία Rifftax . Είναι μια από τις καλύτερες δουλειές τους (από αυτούς έμαθα και εγώ την ύπαρξη αυτού του πράγματος). Το επίσημο download εδώ, για τους τσιπιδες το torrent εδώ. Για κερασάκι στην τούρτα να και το unriffed original version. Δείτε το μόνο υπό την επήρεια ισχυρών παραισθησιογόνων

Star Wars: Disney’s Gambit Δεκεμβρίου 16, 2015

Posted by Lida in Uncategorized.
add a comment

Αύριο είναι η παγκόσμια πρεμιέρα του Star Wars: the Force Awakens στις περισσότερες χώρες του κόσμου (κάποιες το έχουν δει νωρίτερα). Αυτή ήταν αρχικά η ημερομηνία της πρεμιέρας και για το Παπακαλιατηστάν αλλά για κάποιο περίεργο λόγο μεταφέρθηκε στις 24 Δεκεμβρίου. Τέλος πάντων, εδώ οι πάντα έγκυροι και ενημερωμένοι Red Letter Media μας παρουσιάζουν όλα τα super! wow! cool! νεα για την πολυαναμενόμενη ταινία.

Where is the chinaman?

In China, making Star Wars toys

Πέρα από τη πλάκα ο Mike Stoklasa και ο Rich Evans έχουν κάνει και ένα ενδιαφέρον video με προβλέψεις. Δεν θα μου έκανε εντύπωση αν τελικά κάποιες από αυτές βγουν αληθινές. Να θυμίσω εδώ ότι το Red Letter Media είναι η ομάδα πίσω από τα καταπληκτικά Mr Plinkett’s Star Wars Prequel Reviews και γνωρίζει πολύ καλά αυτά τα θέματα.

Αυτές οι μέρες είναι μια καλή ευκαιρία να θυμηθούμε πως σαν όλες της μεγάλες θρησκείες έτσι και το Star Wars Fandom έχει και αυτό μυστικές τελετές μύησης που ξεχωρίζουν το μέσο fan των ταινιών από το πωρωμένο nerdουλα. Γιατί όποιος θέλει πραγματικά να φτάσει στη Star Wars Νιρβάνα πρέπει πρώτα να περάσει από την φριχτή εμπειρία που λέγεται The Star Wars Holiday Special. Ευτυχώς όμως οι θεοί των nerds είναι πάντα ελεήμονες και φιλεύσπλαχνοι και μας έχουν δώσει τη εκδοχή της Rifftrax που μετατρέπει ένα από τα χειρότερα εορταστικά show όλων των εποχών σε ένα ξεκαρδιστικό καρναβάλι.

Even in Medesto, is there really enough pot to make this thing happen?

Το Star Wars Holiday Special δεν είναι (και ούτε πρόκειται πότε να γίνει) διαθέσιμο εμπορικά. Ο μόνος τρόπος να το βρείτε είναι μέσω torrent. Στο link που βάζω εδώ μπορείτε να το δείτε είτε στη original εκδοχή του (αποφύγετε το πάση θυσία), είτε στην εκδοχή της Rifftrax (αν δεν δουλέψει αυτοματα στο video player σας επιλέξτε το δεύτερο audio κανάλι/track). Για τους πολύ μερακλήδες είναι ότι πρέπει για τη προετοιμασία πριν την πρεμιέρα η για την μέρα των Χριστουγέννων (εγώ το βλέπω κάθε χρόνο μαζί με το Die Hard)

May the Force be With You!