jump to navigation

The Witcher 3: Wild Hunt Ιανουαρίου 1, 2016

Posted by Lida in Games.
trackback


Τελικά αυτή η χρονιά ήταν πολύ καλύτερη από ότι περίμενα (μην γελάτε γατάκια, αν είχατε πραγματικά συνειδητοποιήσει τι καταστροφή γλιτώσατε παρα τρίχα θα ήσασταν τώρα όλοι κουρνιασμένοι σε εμβρυακή στάση σε μια γωνία και θα ουρλιάζατε). Για εμένα τουλάχιστον ήταν γεμάτη αρκετές ευχάριστες εκπλήξεις και μια από τις καλύτερες ήταν το Witcher 3.

Νομίζω πως σε αυτό το σημείο δεν χρειάζεται να πω πόσο λατρεύω το Fallout franchise και πως περίμενα το Fallout 4. Ε λοιπόν, μετά από κάπου 150 ώρες στο Fallout 4 θα το πω και πέστε να με φάτε. Το Witcher 3 είναι για εμένα σαφώς, σαφέστατα ανώτερο παιχνίδι

Για να μη παρεξηγηθώ, το Fallout είναι υπέροχο, δεν έχω κανένα απολύτως πρόβλημα και μέχρι στιγμής έχω καταδιασκεδάσει μαζί του. Απλά το Witcher 3 είναι από κάθε άποψη ανώτερο. Έχει πολύ καλύτερη ιστορία, gameplay, γραφικά, design, πως το λένε, τα πάντα όλα. Δεν θα καθίσω να του κάνω review, αυτή τη δουλειά την έχει κάνει ο κ. Jim Sterling  πολύ καλύτερα από εμένα (το review αναφέρει και ένα από τα αγαπημένα μου κομμάτια του παιχνιδιού, την δυνατότητα να φοράς βενετσιάνικες μάσκες καθώς σφάζεις τέρατα. Όχι δεν είναι mod)

mask

♪ O mamma, mamma cara ♪….χρατς..ΑΑααααα…σπλατ!!!

Πιστέυω πως αυτό που κάνε το παιχνίδι να ξεχωρίζει είναι ο εξαιρετικός τρόπος που οι συγγραφείς των κειμένων και οι designers έχουν μεταφέρει το κόσμο του Witcher από τα βιβλία του Andrzej Sapkowski . Σε περίπτωση που κάποιος δεν γνωρίζει το Witcher βασίζεται σε μια (πολύ δημοφιλή στην ανατολική Ευρώπη) σειρά βιβλίων όπου πρωταγωνιστεί ο περίφημος Witcher (επαγγελματίας εξολοθρευτής τεράτων) Geralt of Rivia . Στο σύμπαν του Witcher συνδυάζονται οι κοινωνικές, πολιτιστικές και πολιτικές δομές του Ευρωπαϊκού μεσαίωνα με τους μύθους του (σε αυτό συνυπάρχουν οι φεουδάρχες, οι βασιλείς και οι χωρικοί με μάγους, μυθολογικά πλάσματα και τέρατα). Είναι επίσης ένας κόσμος όπου δεν υπάρχει καλό και κακό. Ο παίκτης και όλοι οι χαρακτήρες της ιστορίας κινούνται σε ένα θολό τοπίο γεμάτο ίντριγκες, προδοσίες, πολιτικές μηχανορραφίες όπου τίποτα δεν είναι ξεκάθαρο. Οι υπερασπιστές των φτωχών και των αδικημένων μπορεί να είναι δογματικά καθάρματα και οι φτωχοί χωρικοί να είναι εξίσου απάνθρωποι και διεφθαρμένοι με τους οι ευγενείς που τους εξουσιάζουν. Μια περήφανη και ηρωική πράξη μπορεί να οδηγήσει στην καταστροφή και τον ανούσιο θάνατο εκατοντάδων αθώων ενώ μια απλή “άνανδρη” διευθέτηση μπορεί να λύσει το πρόβλημα χωρίς δυσμενείς επιπτώσεις. Γενικά είναι ένα παιχνίδι που στο τέλος του ο παίκτης νιώθει λιγότερο σαν “ήρωας” και περισσότερο σαν ένας άνθρωπος που έκανε ότι καλύτερο μπορούσε μέσα σε μια πάρα πολύ δύσκολη κατάσταση. Και αυτό για εμένα είναι πολύ πιο ικανοποιητικό.

Είχα υποσχεθεί σε παλαιότερα post (από την εποχή ακόμα του  Witcher 2) ότι θα γράψω αναλυτικά για το Witcher.  Αλλά δεν νομίζω ότι είχε νόημα να πω κάτι περισσότερο για αυτό. Το internet είναι γεμάτο με reviews και αναλύσεις του παιχνιδιού και στο κάτω κάτω μιλάει και μόνο του (αν δεν το έχετε ήδη σαν συνιστώ να το αγοράσετε, τώρα πια το Steam το έχει κάθε τρεις και λίγο σε προσφορά). Αντι για αυτό ίσως έχει περισσότερη αξία να πω δυο λόγια για τους ανθρώπους που το δημιούργησαν. Κυρίες και κύριοι, σας παρουσιάζω την ιστορία της CD Projekt Red.

Την “ωραία” εποχή που υπήρχε ακόμα το περίφημο σιδηρούν παραπέτασμα στην ανατολική Ευρώπη (για λόγους που δεν χρειάζεται να εξηγήσω) δεν υπήρχαν εισαγωγείς ηλ. παιχνιδιών (τα ίδια τα παιχνίδια δεν απαγορεύονταν) και το να βρεις τα τελευταία games της αγοράς δεν ήταν εύκολη υπόθεση. Όμως αυτή η απουσία επισήμων αντιπροσώπων σε συνδυασμό με την έλλειψη οποιασδήποτε νομοθεσίας για τα πνευματικά δικαιώματα δημιούργησε μια περίεργη “γκρίζα” ζώνη όπου η αντιγραφή και ανταλλαγή όσων παιχνιδιών κατάφερναν να περάσουν το παραπέτασμα γινόταν φόρα παρτίδα χωρίς κανένα έλεγχο (μέχρι και από ραδιοφωνικούς σταθμούς εκπέμπονταν ο κώδικας τους !). Από τα μέσα του 80 μάλιστα στις μεγάλες πόλεις του ανατολικού μπλοκ κάθε σαββατοκύριακο εμφανίζονταν σε ανοιχτούς χώρους μικρές ημιπαρανομες αγορές όπου κομπιουτεραδες πουλούσαν η αντάλλασσαν μεταξύ τους μηχανήματα, software και φυσικά τα τελευταία παιχνίδια

Από αυτές τις αγορές ξεκίνησε την επιχειρηματική του καριέρα ο ιδρυτής της CD Projekt Red Marcin Iwiński. Φανατικός gamer ο ίδιος, βρήκε τρόπο να αποκτήσει και να γίνει ο αποκλειστικός προμηθευτής των υπερπολυτημων τελευταίων εκδόσεων των παιχνιδιών για Sinclair Spectrum αλληλογραφώντας  (όπως λέει σε αυτή τη συνέντευξη) με κάποιο Έλληνα (πριν λίγο καιρό τον ρώτησα μέσω email αν θυμάται το όνομα του αλλά δυστυχώς δεν έχει κρατήσει τα στοιχεία από τη αλληλογραφία τους. Ναι έστειλα email για αυτό το θέμα στον Marcin Iwiński και μου απάντησε ο ίδιος. Όχι δεν κάνω πλάκα) ο οποίος τα αντέγραφε και του τα έστελνε μέσω ταχυδρομείου (οι Έλληνες κάτοχοι Spectrum και Commodore θυμόμαστε εκείνες τις εποχές). Με την απελευθέρωση της αγοράς και έλευση των CD μαζί με τον συνεταίρο του Michal Kiciński, κεφάλαιο 2000 $ και έναν υπολογιστή δημιούργησαν το 1994 την CD Projekt Red και άρχισαν νόμιμα να εισάγουν και να μεταφράζουν στα πολωνικά παιχνίδια από την Αμερική και την Ευρώπη

Ο κύριος ανταγωνιστής τους ήταν οι πειρατές που μέσα σε 48 ώρες από την εμφάνιση ενός παιχνιδιού στη αγορά της Πολωνίας το είχαν ήδη σπάσει και τυπώσει σε πειρατικά CD. Η CD Projekt Red κατάλαβε γρήγορα πως οι πελάτες της θα προτιμούσαν το αυθεντικό προϊόν αν αυτο περιείχε καποιο added value που οι πειρατές δεν μπορούσαν να προσφέρουν. Έτσι πάντα τα προϊόντα τους διέθεταν καλή τεχνική υποστήριξη ενώ οι συσκευασίες τους περιείχαν καλοσχεδιασμένα extras όπως χάρτες, εικονογραφημένα βιβλία, CD με την μουσική του παιχνιδιού κλπ  δηλαδή πράγματα που οι πειρατές ήταν σχεδον αδύνατον να δώσουν στον πελάτη. Η επιλογή αυτή πέτυχε και η εταιρία κατάφερε να μεγάλωσει αρκετά ώστε να μπορέσουν ο Marcin και ο  Michal να πραγματοποιήσουν ένα όνειρο ζωής.  Να δημιουργήσουν ένα  παιχνίδι βασισμένο στο σύμπαν των βιβλίων του Andrzej Sapkowski

Έχοντας την βοήθεια της Bioware (κανείς από τη CD Projekt δεν είχε ιδέα πως φτιάχνεται ένα παιχνίδι τέτοιου μεγέθους) και αφού έριξαν ότι είχαν και δεν είχαν στο project (κάπου 20 εκατ ζλοτι, 100 ανθρώπους full time και 5 χρόνια απίστευτης δουλειάς) το φθινόπωρο του 2007 παρουσίασαν στο κοινό το εξαιρετικό Witcher 1.  Το παιχνίδι είχε μεγάλη επιτυχία (2 εκατ. κομμάτια συνολικά σε πωλήσεις και πολύ καλές κριτικές) έτσι η CD Projekt άρχισε σχεδόν αμέσως να δουλεύει πάνω στο sequel (για την ακρίβεια στα sequel αφού ταυτόχρονα με το Witcher 2 η εταιρία ανέπτυσσε και το καινούργιο game engine για το Witcher 3)

Κάποιες  σοβαρές αποτυχίες (The Witcher: Rise of the White Wolf) και οι επιπτώσεις της οικονομικής κρίσης κόντεψαν να κλείσουν την CD Projekt. Παρολαυτα το 2011 κατάφερε να βγάλει στην αγορά το κουτσουρεμένο Witcher 2. Λόγω των προβλημάτων της εταιρίας το παιχνίδι είχε λιγότερο περιεχόμενο από αυτό που αρχικά είχε σχεδιαστεί αλλά και αυτό έκανε καλές πωλήσεις (1.7 κομμάτια στον πρώτο χρόνο από την εκδόση του) και κερδίσε ακόμη καλύτερες κριτικές από το πρώτο.

Η CD Projekt μετά την επιτυχία του Witcher 2 (μαζί με το Witcher 1 συμπλήρωσαν συνολικά τα 5 εκατομμύρια κομμάτια σε πωλήσεις το 2013) αντί να επαναπαυθεί στης δάφνες αποφάσισε να δημιουργήσει ένα open world RPG που θα ξεπερνούσε σε μέγεθος, βάθος και ποιότητα οποιοδήποτε παρόμοιο παιχνίδι έχει προηγηθεί (παρόλο που και αυτή τη φορά η εταιρία δεν έχει ουσιαστικά εμπειρία στην ανάπτυξη αυτού του τύπου των παιχνιδιών). Σε αυτή τη προσπάθειά έριξε  κυριολεκτικά τα πάντα. Ολόκληρο το project ήταν επένδυση της ίδιας της εταιρίας και κόστισε το συνολικό το ποσό των 81 εκατ δολαρίων (μοιάζει εντυπωσιακό αλλά παρόμοια project άλλων εταιριών έχουν κοστίσει διπλάσια και τριπλάσια λεφτά). Και κέρδισε ξανά το στοίχημα. Οι πωλήσεις έφτασαν τις 6 εκατ. κόπιες μέσα στις πρώτες 6 βδομάδες και οι διθυραμβικές κριτικές εκθειάζουν το Witcher 3 σαν ένα από τα υψηλότερα δείγματα της τέχνης των videogames.

Πέρα από όλα αυτά η CD Projekt Red χαίρει μεγάλης εκτίμησης στην κοινότητα των gamers γιατί συνεχίζει να φροντίζει τους πελάτες της όπως έκανε στα πρώτα βήματα της όταν εισήγαγε παιχνίδια στην Πολωνία. Παρόλο που η σειρά των παιχνιδιών witcher είναι από τις πιο πολύαντεγραμμένες από τους πειρατές συνεχίζει να πουλάει όλα τα παιχνίδια της χωρίς DRM ενώ φροντίζει να δίνει δωρεάν περιεχόμενο και εξαιρετική υποστήριξη στους πελάτες της. Και αυτό το κάνει όχι γιατί έχει τίποτα υψηλές ηθικές αξίες (κάθε άλλο, όπως και κάθε άλλη εταιρία και CD Projekt έχει σαν απόλυτη προτεραιότητα της το κέρδος). Απλά από την εμπειρία της στην Πολωνική αγορά γνωρίζει από πρώτο χέρι πως είναι αδύνατον να αποφύγει κανείς την πειρατεία. Έτσι δεν πετάει λεφτά στην ανάπτυξη και ενσωμάτωση του DRM (που στο κάτω κάτω δημιουργεί επιπλέον προβλήματα στους πελάτες της) και προσελκύει αγοραστές δίνοντας τους extras που καμία πειρατική κόπια δεν θα μπορέσει ποτέ να τους προσφέρει.

Με αυτά και με αυτά μια μικρή εταιριούλα που ξεκίνησε από τις μάντρες της Βαρσοβίας όπου πωρωμένοι κομπιουτεράδες αντάλλασσαν κασέτες με παιχνίδια για Spectrum εξελίσσεται 20 χρόνια μετά σε ένα από τους κυρίους παίκτες μιας βιομηχανίας με συνολικό τζίρο 100 δις δολάρια το χρόνο. Live and learn που λένε και οι Ινκας

Για το τέλος είναι απαραίτητο να κάνω μια μικρή αναφορά στη συγκλονιστική μουσική του παιχνιδιού. Είναι από τις καλύτερες μουσικές συνθέσεις που έχουν γραφτεί ποτέ για ηλεκτρονικό παιχνίδι (για εμένα ίσως να ξεπερνάει και τη δουλειά του Jeremy Soule  για το Skyrim). Έτσι για να ξέρουμε για τι μιλάμε ορίστε ένα δείγμα από τα κομμάτια που ακούγονται στις μάχες

Και ένα δείγμα από τις πιο ήρεμες στιγμές του παιχνιδιού (το κομμάτι αυτό ακούγεται όταν ο παίκτης παίζει gwent)

Οι μελωδίες και οι ρυθμοί των περισσότερων κομματιών βασίζονται σε μεσαιωνικές και παραδοσιακές μουσικές της Σκοτίας, της Ιρλανδίας και της ανατολικής Ευρώπης. Οι συνθέτες τους είναι δυο καταξιωμένοι καλλιτέχνες, ο Mikolai Stroinski και ο Marcin Przybylowicz. Ο πρώτος έχει σπουδάσει σύνθεση στην Karol Szymanowski Academy of Music και έχει γράψει μουσική για πολλές αμερικάνικες  τηλεοπτικές σειρές, ντοκιμαντέρ και ηλεκτρονικά παιχνίδια. Ο δεύτερος έχει σπουδάσει διεύθυνση jazz στην Feliks Nowowiejski Academy of Music και γράφει μουσική για ηλεκτρονικά παιχνίδια. Η εκτέλεση των κομματιών είναι από τους Percival Schuttenbach, μια ομάδα ανθρώπων που ασχολούνται σοβαρά με την έρευνα πάνω στην μεσαιωνική μουσική και κάνουν συναυλίες σε ιστορικά φεστιβάλ σε όλη την Ευρώπη. Η μουσική αυτή δεν έχει σχέση ούτε με τους κλαριτζήδες από το πανηγύρι της άνω Παναγιάς ούτε με βλαμμένους hipster που κάνουν ειρωνικές jazz διασκευές σε παρακμιακά δημοτικά και σκυλάδικα (έχει προκύψει και αυτό το φρούτο τελευταία). Τα γράφω όλα αυτά για να προλάβω τυχόν σχόλια που μπερδεύουν τη βούρτσα με την Λίτσα Γιαγκούση.

Καλή χρονια να έχουμε. Keep on gamming μάγκες

ΥΓ. Ψάχνοντας πληροφορίες για το παιχνίδι από μια συνέντευξη ενός από τους σχεδιαστές του παιχνιδιού έμαθα και κάτι που δεν ήξερα. Για να καθοδηγήσουν μέσα σε ένα open world περιβάλλον τους παίκτες στα σημεία ενδιαφέροντος οι σχεδιαστές παιχνιδιών χρησιμοποιούν τις ίδιες τεχνικές που χρησιμοποιούν οι σχεδιαστές μεγάλων εμπορικών κέντρων για να καθοδηγούν τους επισκέπτες γύρω από τις βιτρίνες των καταστημάτων. Η ανθρώπινη ψυχολογία είναι παντού η ίδια γατάκια.

Σχόλια»

1. Mr. Plinkett’s The Star Wars Awakens Review | Lida's Weblog - Οκτωβρίου 5, 2016

[…] δυο τύπους στη Βαρσοβία ένα χρόνο μετά την έκδοση του Witcher 3: The Wild Hunt αξίζει περίπου 1,3 δις δολάρια. […]


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: